Αρχική

Σχετικά με την πρόταση να κριθεί αντισυνταγματικό το «χαράτσι» της ΔΕΗ.

Δυστυχώς η Ολομέλεια Αρείου Πάγου αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων για το Χαράτσι των Ελλήνων, αφού μόνο η πρόεδρος του Αρείου Πάγου και μια άλλη Αρεοπαγίτης στάθηκε συνεπής στην άποψη για αντισυνταγματικότητα του ΕΝΦΙΑ / ΕΕΤΗΔΕ σε μια σύνθεση 22 Αρεοπαγιτών!

Βλέπε σχετικα άρθρα μας:

  1. Δικάζεται αύριο 19/11/2015 στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το χαράτσι της ΔΕΗ από το Ε.Κ.Α.Δ. Μάθε την αλήθεια!
  2. Πρόταση να κριθεί αντισυνταγματικό το «χαράτσι» της ΔΕΗ.

Ολόκληρη η αγόρευση του εκπροσώπου του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας δικηγόρου Γιώργου Λ. Κόκκα:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΚΑΛΕΣΜΑ για τη ΔΙΚΗ του ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την 9.11.2016.

aed-091116

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΚΑΛΕΣΜΑ

Την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου εκδικάστηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το πρώτο σκέλος της αναγνωριστικής προσφυγής που κατέθεσε ο δικηγόρος Γ. Λ. Κόκκας στην επέτειο του Δημοψηφίσματος και αφορά την αναγνώριση του ανυπόστατου των νόμων που ψηφίζει η Ελληνική Βουλή μετά το Δημοψήφισμα και ταυτίζονται με τα προαπαιτούμενα των θεσμών που απέρριψε ο ελληνικός λαός εκφράζοντας τη Λαϊκή Κυριαρχία την 5η Ιουλίου 2015. Το δεύτερο σκέλος της προσφυγής που αφορά τη χρηματοδότηση του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας επειδή συμμετείχε το 2014 στο συνασπισμό κομμάτων και κινήσεων που εξέλεξαν ευρωβουλευτή τον Νότη Μαριά, επιφυλάχτηκε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να κρίνει με προδικαστική του απόφαση και με άλλη σύνθεση.

Τα βασικά επιχειρήματα που ανέπτυξε σε μια περιεκτική και ίσως ιστορική του ομιλία ο κ. Κόκκας (Δείτε το σχετικό video) συνοψίζονται στο γεγονός της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, αφού είναι αποκλειστική για τα δημοψηφίσματα και όταν ο Συνταγματικός Νομοθέτης καταγράφει ότι είναι αρμόδιο για το κύρος και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων, δεν εννοεί προφανώς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (outcome) δηλαδή ένα απλό αριθμό (στην προκειμένη περίπτωση το 61,3% των Ελλήνων που ψήφισαν «ΟΧΙ») αλλά γενικότερα την εφαρμογή των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος στην νομοπαρασκευαστική και δικαστική πραγματικότητα (γι αυτό και χρησιμοποιεί στον πληθυντικό ‘’την αρμοδιότητα για τα αποτελέσματα’’ και όχι ‘’για το αποτέλεσμα’’). Επίσης, ο κ. Κόκκας διέκρινε τα δύο νομοθετικά σώματα που αναγνωρίζει το ισχύον Σύνταγμα, δηλαδή τον κυρίαρχο Λαό, όταν αυτός εκφράζεται νομοθετικά με δεσμευτικά δημοψηφίσματα (όπως την 5/7/2015) και την Βουλή των Ελλήνων (αντιπροσώπων) που οφείλει να υπακούει σε όποια αποτελέσματα δημοψηφίσματος μέχρι ένα τυχόν νεότερο δημοψήφισμα να ανατρέψει το προηγούμενο (όπως αυτό συνέβη στις περιπτώσεις της Δανίας και της Ιρλανδίας όταν έγιναν δεύτερα δημοψηφίσματα που ανέτρεψαν τα προηγούμενα σε περιπτώσεις κυρώσεων των συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς θα πρέπει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, να εκδώσει μια ιστορική απόφαση ως μόνο αρμόδιο δικαστήριο στην Ελλάδα, για να μην έχουμε αρνησιδικία και στα πλαίσια του άρθρου 52 του Συντάγματος που απαιτεί και από τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης να εγγυώνται τις αρχές Λαϊκής Κυριαρχίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να κάνει δεκτή την αναγνωριστική αυτή προσφυγή σηματοδοτώντας και προς την Βρετανική Δικαιοσύνη την πραγματική έννοια της Δημοκρατίας και της νομικής έννοιας της Λαϊκής Κυριαρχίας για την υπόθεση του BREXIT, που είναι σε εξέλιξη στην Βρετανική Δικαιοσύνη και θα δικαστεί σε ανώτατο βαθμό στις αρχές Δεκεμβρίου. Ελπίζουμε το Ελληνικό Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να έχει προλάβει ως τότε να εκδώσει τουλάχιστον θετική απόφαση στο αίτημα ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλε ο δικηγόρος Γ. Κόκκας για το ζήτημα των πλειστηριασμών και κατασχέσεων πρώτης κατοικίας των Ελλήνων, επειδή οι πρόσφατες διατάξεις επίσπευσής τους βασίζονται σε νόμο μεταγενέστερο του Δημοψηφίσματος, που προβλεπόταν όμως στα προαπαιτούμενα τα οποία αρνήθηκε ο κυρίαρχος Ελληνικός Λαός.

Όσοι συμπολίτες μας επιθυμούν να καταγραφεί
όποια τυχόν σχετική άποψή τους στις προτάσεις – υπόμνημα
που θα κατατεθούν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας
το μεσημέρι της Τετάρτης 16 Νοεμβρίου 2016,
μπορούν να αποστείλουν έγκαιρα τις απόψεις τους στα:
Tηλέφωνα: 210 364 8300, 694 454 5888, Fax: 210 361 0882,
E-mail: geoko@otenet.gr & ekad@dimopolis.gr
Ιπποκράτους 42 – Αθήνα 10680

Διαβάστε το σχετικό Δελτίο Τύπου της 04/11/2016 ΕΔΩ
Διαβάστε τη σχετική Εισήγηση του Α.Ε.Δ. ΕΔΩ
Διαβάστε ολόκληρη την Αναγνωριστική Προσφυγή ΕΔΩ

H δική για το δημοψηφίσμα του 2015 στις 09 Νοεμβρίου 2016.

DIMOVOULIO_LOGO_FINAL_DIMOPOLIS

«ΔΗΜΟΒΟΥΛΙΟ ΠΟΛΙΤΩΝ»
www.dimovoulio.gr

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΔΗΘΕΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΜΑΣ ΔΙΚΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 2015 ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 9.11.2016 ΣΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Την Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016 (και ώρα 18:00) στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (του άρθρου 100 του Συντάγματος) θα εκδικασθεί η αναγνωριστική προσφυγή του Δικηγόρου κ. Γιώργου Κόκκα που προσέφυγε ατομικά και με τις ιδιότητες του ως συντονιστής των «ΔΗΜΟΒΟΥΛΙΟ ΠΟΛΙΤΩΝ», «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» (Ε.Κ.Α.Δ.) και «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ» (Ν.ΕΛ.Σ.Ε.), με την οποία ζητείται να ακυρωθούν όλοι οι Νόμοι που ψηφίστηκαν μετά το Δημοψήφισμα και είναι σε αντιδιαστολή με το ΟΧΙ του Ελληνικού Λαού, στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

Η αναγνωριστική αυτή προσφυγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, και όσων επιτηρούν το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Δ.Ν.Τ.) -γνωστών ευρύτερα ως «θεσμών» ή «τρόϊκα» ή «κουαρτέτο»-.

Η αναγνωριστική προσφυγή τάσσεται υπέρ:

Α) Του κύρους και των αποτελεσμάτων του Δημοψηφίσματος που διενεργήθηκε την Κυριακή 5.7.2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος

Β) Της αναγνώρισης του γεγονότος ότι με βάση τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος αυτού κανένας κοινός νόμος που προέκυψε από την Βουλή των Ελλήνων, ούτε Νομολογία Ελληνικού Δικαστηρίου (ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΥΧΟΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟ ΜΕ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ) δύνανται να αντιτίθενται στην αρνητική απάντηση που εξέφρασε ο Ελληνικός Λαός, ασκώντας την λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του πολιτεύματος, στα ουσιαστικά ζητήματα που περιείχοντο στα δύο ερωτήματα που ετέθησαν υπό την κρίση του Ελληνικού Λαού (και κατεγράφησαν ως προαπαιτούμενα, τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης προ του Δημοψηφίσματος, όσο και στην Νομοθεσία μετά το Δημοψήφισμα, εξαιτίας του υπερνομοθετικού περιεχομένου αποτελέσματός του, δεσμευτικά έναντι του κοινού νομοθέτη).

Στην 30σελιδη προσφυγή μεταξύ άλλων ζητούνται:

  1. Να αναγνωρισθεί ότι οι διατάξεις όλων των μετά την 5.7.2015 νόμων και ιδίως των Ν. 4387 / 2016, 4389 / 2016, Ν. Αυγ. 2015, καθώς και όλα τα άρθρα των νόμων αυτών, που αντίκεινται στην κατά τα προαναφερθέντα άρνηση του Ελληνικού Λαού να επικυρώσει τα προαπαιτούμενα των εξωχώριων θεσμών με το Δημοψήφισμα της 5.7.2015 παραβιάζουν τα ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, που αφορούν το Θεμέλιο του πολιτεύματος, δηλαδή την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας (άρθ. 1§2) και τις διατάξεις των άρθρων 1§3 («όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους»), 2§1 («ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας»), 44§2 για την προβλεπόμενη συνταγματικά έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας με Δημοψήφισμα και την ακροτελεύτια διάταξη του άρθρου 120 του Συντάγματος, που απαιτεί στην παρ. 2 αυτού και από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να υπερασπίζεται αυτό όταν καταλύεται, όπως στην επίδικη υπόθεση.
  2. Να αναγνωρισθεί το γεγονός ότι με βάση τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος αυτού κανένας κοινός νόμος που προέκυψε από την Βουλή των Ελλήνων, ούτε Νομολογία Ελληνικού Δικαστηρίου μετά το Δημοψήφισμα της 5.7.2015, δύνανται να αντιτίθενται στην αρνητική απάντηση που εξέφρασε ο Ελληνικός Λαός, ασκώντας την λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του πολιτεύματος στα ουσιαστικά ζητήματα που περιείχοντο στα δύο ερωτήματα που ετέθησαν υπό την κρίση του Ελληνικού Λαού (και κατεγράφησαν ως προαπαιτούμενα τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης προ του Δημοψηφίσματος, όσο και μετά το Δημοψήφισμα, αποτελεί δέσμευση υπερνομοθετικού περιεχομένου και έχει δεσμευτικά αποτελέσματά του έναντι του κοινού νομοθέτη)
  3. Να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα και δη ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο η άμεση αναστολή ισχύος όλων των προαναφερθέντων ενδεικτικά αλλά και των λοιπών νομοθετημάτων, που αντίκεινται στα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος της 5.7.2015, υπό την έννοια ότι εμπεριέχουν τα προαπαιτούμενα των ερωτημάτων που ετέθησαν με το ως άνω Δημοψήφισμα ενώπιον του Ελληνικού Λαού μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας».
  4. Να αναγνωριστεί το γεγονός ότι το «Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας» (www.dimopolis.gr), ως κατεξοχήν αρμόδιο με έννομο συμφέρον να διεκδικήσει τα πιο πάνω αιτήματα στην Ελλάδα, δικαιούται της αναλογικής χρηματοδότησης που δίνεται στα Ελληνικά κόμματα, καθόσον ο συνασπισμός που εξέλεξε τον Ευρωβουλευτή Νότη Μαριά στο Ευρωκοινοβούλιο στις Ευρωεκλογές του 2014 αποτελείται και από τον πολιτικό αυτό φορέα και έθεσε σωρευτικά το αίτημα αυτό εξαιτίας των αντιφάσεων που περιέπεσαν τα Ανώτατα Ειδικά Δικαστήρια (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) σχετικά με την νόμιμη υπόσταση του Κινήματος αυτού.

Η Δίκη, της 9ης Νοεμβρίου 2016, του Ελληνικού Δημοψηφίσματος 2015 θα πρέπει να συσχετιστεί άμεσα με την έκδοση της ανάλογης απόφασης σε δίκη που μόλις διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά αντίστροφο τρόπο για το ίδιο θέμα. Δηλαδή σε προσφυγή που ασκήθηκε στο αντίστοιχο Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας, για να μη θεωρηθεί ότι αρκεί το Δημοψήφισμα Ιουνίου 2016 της για έξοδο της χώρας αυτής από την Ευρωπαϊκή Ένωση που υπερψήφισε ο Βρετανικός Λαός, δυστυχώς το Δικαστήριο αυτό, εξέδωσε μια λανθασμένη απόφαση, ότι δήθεν δεν αρκεί η έκφραση της Λαϊκής Κυριαρχίας που έγινε με το Δημοψήφισμα και πρέπει να επικυρώσει την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βουλή των εγγλέζων Λόρδων για να πραγματοποιηθεί!

Ελπίζουμε η αρνητική για εμάς εισήγηση του εισηγητή Συμβούλου Επικρατείας για την αντίστοιχη δίκη του Ελληνικού Δημοψηφίσματος να μην επικρατήσει τελικά, όταν την Τετάρτη οι Έλληνες ανώτατοι Δικαστές θα πρέπει να βρεθούν αντιμέτωποι με τη συνείδησή τους και την Ελληνική ιστορία, που καθιστά την Ελλάδα λίκνο της αυθεντικής Δημοκρατίας παγκοσμίως και να κάνουν δεκτή την αναγνωριστική προσφυγή για το Δημοψήφισμα, διδάσκοντας Δημοκρατία και Ιστορία στην ισοπεδωμένη από τις ερπύστριες της Παγκοσμιοποίησης Ανθρωπότητα.

Τονίζεται ότι η συνεδρίαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου είναι δημόσια και η είσοδος ελεύθερη για τους πολίτες στη μεγάλη αίθουσα του Αρείου Πάγου στον πρώτο όροφο του κτιρίου επί της Λ. Αλεξάνδρας και ελπίζουμε ότι οι Έλληνες θα δώσουν βροντερό παρών υποστήριξης κατά την εκδίκαση την Τετάρτη 9/11 και ώρα 18:00.

Το «Δημοβούλιο Πολιτών», που την Παρασκευή 11/11/2016 γιορτάζει στον αρχαιολογικό χώρο της Πνύκας (ώρα 15:30) τα (5) συνεχή χρόνια δημιουργικής λειτουργίας του και δημιουργίας σχετικού Συνταγματικού Εθίμου, καλεί όλους τους συνειδητοποιημένους Έλληνες να βρίσκονται τόσο στον Άρειο Πάγο την προσεχή Τετάρτη, όσο και στην Πνύκα την προσεχή Παρασκευή για να διεκδικήσουμε την εφαρμογή παράλληλων θεσμών στη χώρα μας και τη θεσμοθέτηση του «Δημοβουλίου Πολιτών» ως (Κάτω) Βουλής των Ελληνικών Κοινοτήτων στο Νέο Ελληνικό Σύνταγμα, που ήδη εξαγγέλθηκαν οι διαδικασίες θεσμοθέτησής του (όπως το προτείνει η «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ» (Ν.ΕΛ.Σ.Ε.), www.s120s.gr).

Αθήνα, 4 Νοεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Tηλέφωνα: 210 364 8300, 694 454 5888, Fax: 210 361 0882, E-mail: dimovoulio@dimovoulio.gr Ιπποκράτους 42 – Αθήνα 10680 www.dimovoulio.gr

epomenes-synantiseis-exoikiosis

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ για κρίσεις Συμβουλίου Επικρατείας και Δίκη Δημοψηφίσματος της 9-11-2016.

ekad_full-logo

www.dimopolis.gr
Ιπποκράτους 42, Αθήνα, 10680 Τηλ: 2103648300 Φαξ: 2103610882
e-mail : ekad@dimopolis.gr

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 26/10/2016

ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΜΕ ΑΝ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΕΙΧΕ ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΝΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΙΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ!
ΜΑΛΛΟΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ
ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΓΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΘΕΜΑΤΑ!

Το Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας (Ε.Κ.Α.Δ. – www.dimopolis.gr), απέκτησε δυστυχώς τα τελευταία χρόνια πικρή εμπειρία για το αν το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, δηλαδή το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε τη δυνατότητα να κρίνει αντικειμενικά και δίκαια το φλέγον ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών που με συνεχόμενες διασκέψεις «έσερνε» χωρίς λύση. Δυστυχώς απέδειξε τουλάχιστον κατά την τελευταία διετία ότι άγεται και φέρεται από την εκάστοτε Εξουσία και ιδιοτελείς σκοπιμότητες, χωρίς να παρέχει τις απαραίτητες εγγυήσεις αντικειμενικότητας που απαιτεί ο ρόλος του για ένα τέτοιο σημαντικό για τη Δημοκρατία ζήτημα.

Συγκεκριμένα: το Ε.Κ.Α.Δ τον Ιούλιο του 2013 μετά το αντισυνταγματικό κλείσιμο της ΕΡΤ ΑΕ, άσκησε αίτηση ακυρώσεως με 19 βάσιμους λόγους ενάντια στις διοικητικές πράξεις που εξυπηρέτησαν αυτό το κλείσιμο, το οποίο βασίστηκε σε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που ουδέποτε κυρώθηκε από τη Βουλή όπως προβλέπει το Σύνταγμά μας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αυτή τη δίκαιη (απ)αίτησή μας, νομιμοποιώντας τη νομοθέτηση των Κυβερνήσεων, χωρίς την επικύρωση από τη Βουλή, αφού αντί να συνεκδικάσει το μεγάλο αυτό ζήτημα την 27η Σεπτεμβρίου 2013 που θέσαμε ευθαρσώς με την αίτησή μας αυτή ακυρώσεως μαζί με την αντίστοιχη αίτηση της ΠΡΟΣΠΕΡΤ , όπως ήταν μαζί γραμμένες στο έκθεμα του δικαστηρίου, προτίμησε αυθαίρετα και αντιδεοντολογικά να τις χωρίσει! Έτσι μεθόδευσε παράνομα, υπακούοντας την τότε Κυβέρνηση για την κατάργηση της ΕΡΤ, ώστε να δικάσει μόνο την υπόθεση της ΠΡΟΣΠΕΡΤ για το ίδιο ακριβώς ζήτημα του παράνομου κλεισίματος της ΕΡΤ και να δημιουργήσει σκόπιμα νομολογιακό τετελεσμένο εις βάρος της δικής μας ανάλογης αίτησης, κατ’ εντολήν των αρμόδιων Υπουργών της τότε κυβέρνησης Σαμαρά.

Όταν στις 10 Ιανουαρίου 2014 ήταν να δικαστεί μετ’ αναβολή η ίδια υπόθεση του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας και του νομίμου εκπροσώπου του, δικηγόρου Γ. Λ. Κόκκα, όχι μόνο ξανά ανέβαλε αυθαίρετα την εκδίκαση στην Ολομέλειά του, η οποία δίκασε τις τηλεοπτικές άδειες που δίνονται σύμφωνα με τον επιλεγόμενο νόμο Παππά, αλλά ο τότε πρόεδρος του ΣτΕ χρησιμοποίησε αστυνομική βία αυθαίρετα για να αποβάλει τον διαμαρτυρόμενο και καταγγέλλοντα αυτή την αθέμιτη πρακτική δικηγόρο και νόμιμο εκπρόσωπο του Κινήματός μας.

Τελικά η υπόθεση αυτή εκδικάστηκε το Μάρτιο 2014, λίγο πριν εκδοθεί η απόφαση απορρίψεως της ανάλογης αίτησης ακυρώσεως της ΠΡΟΣΠΕΡΤ για ελεγχόμενους νομικά λόγους και εξέδωσε μετά από ενάμιση χρόνο μια παρόμοια απόφαση που απέρριπτε και την αίτησή μας, ως προς το Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας ως δήθεν απαράδεκτη επειδή αυτό αποτελεί πολιτικό κόμμα και ως προς τους 19 λόγους ακυρώσεως του κ. Γιώργου Κόκκα, επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη απόφασή του, που δολίως και χωρίς δικαιολογημένο λόγο δεν συνεκδικάστηκε η υπόθεση όπως έπρεπε.

Κατόπιν κάποιων μηνών την 3η Ιουλίου 2015 η ίδια Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας, ως πολιτικού Κόμματος και του νομίμου εκπροσώπου του υπέρ του κύρους του δημοψηφίσματος Ιουλίου 2015, που διεξήχθη δύο μέρες κατόπιν.

Όμως το ίδιο το ΣτΕ σε ελάσσονα σύνθεση του 4ου τμήματος, απέρριψε μόλις πρόσφατα την αίτηση ακυρώσεως (που ο νόμιμος εκπρόσωπος του πολιτικού κόμματος «Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας» άσκησε, σύμφωνα και με τις προηγούμενες δύο αποφάσεις του ΣτΕ), η οποία αφορούσε τον παράνομο αποκλεισμό του από την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, που έπρεπε να λαμβάνει καθόσον ήταν μέλος του τετραμελούς Συνασπισμού κομμάτων, με την επωνυμία ‘’Ευρωπαϊκό Αντιμνημονιακό Μέτωπο’’ που εξέλεξε ευρωβουλευτή τον κ. Ν. Μαριά και συνεπώς κάθε μέλος αυτού του Συνασπισμού κομμάτων, όφειλε να λαμβάνει 25% της κρατικής χρηματοδότησης που προβλέπεται. Με μόνο αιτιολογικό ότι δεν ήταν πολιτικό κόμμα και παρά το γεγονός ότι το ίδιο συμμετείχε νόμιμα στις ευρωεκλογές 2004 και 2009 επίσης.

Είναι προφανής και σε αυτή την περίπτωση η υποταγή του Ανωτάτου Ακυρωτικού δικαστηρίου της χώρας μας στα κελεύσματα και πάλι της Εκτελεστικής Εξουσίας, αφού ο νέος συνασπισμός εξουσίας διέταξε τη μη συμπερίληψη αυτού του επικίνδυνου για το πολιτικό σύστημα της κομματοκρατίας πολιτικού σχηματισμού, για να μη μπορέσει σε συνθήκες οικονομικής κρίσεως να αναδείξει τον πολιτικό του ρόλο, που συναντά πλέον τις επιθυμίες πλειοψηφικών ρευμάτων του Ελληνικού Λαού για ένα Νέο Σύνταγμα Άμεσης Δημοκρατίας για την Ελλάδα μας.

Ερωτάται συνεπώς κάθε καλόπιστος κριτής και πολίτης αυτής της χώρας αν το Συμβούλιο της Επικρατείας με την σύγχρονη στελέχωση του έχει την επάρκεια να κρίνει τόσο σημαντικά πολιτικά ζητήματα, όπως των τηλεοπτικών αδειών, όταν αποδεδειγμένα «άγεται και φέρεται» από τη βούληση των κομμάτων και εξουσιών και δεν υπερασπίζεται με τις παλινωδίες του το κύρος που οφείλει να έχει για να εκδίδει αποφάσεις σε τόσο σοβαρά πολιτικά ζητήματα. Ίσως θα πρέπει στη διαδικασία που ξεκίνησε για Αναθεώρηση ή καλύτερα Αλλαγή του ισχύοντος Συντάγματος να εξεταστεί σοβαρά η μετεξέλιξη πολλών αρμοδιοτήτων του ΣτΕ με έντονο πολιτικό περιεχόμενο δημοσίου συμφέροντος σε Συνταγματικό Δικαστήριο και μάλιστα να εξεταστεί η στελέχωσή του και με ενόρκους Ηλιαστές Πολίτες/Δικαστές σε αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση !

Ας ελπίσουμε, ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος, που δικάζει την 9η Νοεμβρίου 2016 το απόγευμα στη μεγάλη αίθουσα του Αρείου Πάγου τη Δίκη του Δημοψηφίσματος του 2015, σε σχετική αναγνωριστική προσφυγή που κατέθεσε την 5η Ιουλίου 2016, στην επέτειο του Δημοψηφίσματος, ο ίδιος δικηγόρος και νόμιμος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας Γιώργος Κόκκας, με αίτημα να μην φέρουν έννομες συνέπειες όλοι οι νόμοι που συγκρούονται με το «ΟΧΙ» του Δημοψηφίσματος και ταυτόχρονα θα κρίνει και το ζήτημα των πιο πάνω αντιφατικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλων Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας μας ως προς την νομική υπόσταση του Κινήματός μας, θα διαφυλάξει το κύρος της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, όπως αυτή πρέπει να λειτουργεί στην Ελλάδα, χωρίς να προσκυνά τις κομματικές εξουσίες!

 

Η αναγκαιότητα συντακτικής συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης.

oloklirosi-kyklou-metapoliteusis

Ο παρών τόμος που ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του περιλαμβάνει τις τροπολογίες και προτάσεις που κατέθεσαν οι βουλευτές τόσο της συμπολίτευσης όσο και των κομμάτων της αντιπολίτευσης κατά την αναθεωρητική διαδικασία του 1975. Η συγκέντρωση και μελέτη των υλικών αυτών δεν έχει μόνο ιστορική αξία. Είναι, αντίθετα, άμεσα χρήσιμη για τις σημερινές αναζητήσεις και προβληματισμούς. Τούτο δεν συμβαίνει επειδή γενικά τα ιστορικά διδάγματα είναι συχνά πολύτιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων για το σήμερα.

Η αναθεωρητική διαδικασία του 1975 αποτέλεσε ένα σημαντικό σταθμό στη μεταπολεμική αλλά και γενικότερα στη συνταγματική και πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Η χώρα εισήλθε βέβαια σε μια πιο ομαλή σε σχέση με το παρελθόν περίοδο. Απαλλάχτηκε από την ξενοκίνητη δικτατορία των συνταγματαρχών. Καταργήθηκε η μοναρχία. Αποκαταστάθηκε η δημοκρατία. Η δημοκρατία αυτή υπήρξε όμως αυταρχική, όπως στο σύνολο της η αντιπολίτευση (από το Κέντρο μέχρι το ΚΚΕ) σημείωσε κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος. Παρά το γεγονός ότι μεταβλήθηκε αισθητά ο συσχετισμός των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, τα κέντρα εξουσίας παρέμειναν κατά βάση άθικτα. Συνεχίστηκε η οικονομική και πολιτική κυριαρχία των εγχώριων ισχυρών οικονομικών κέντρων σε στενή διασύνδεση με τις πολυεθνικές εταιρείες ιδίως των ΗΠΑ και των αναπτυγμένων κρατών της δυτικής Ευρώπης.

Ωστόσο, η αναθεωρητική διαδικασία του 1975 διεξήχθη σε συνθήκες οικονομικής (διεθνούς και εγχώριας) και πολιτικής κρίσης. Με μια έννοια, υπάρχουν κάποιες αναλογίες με σήμερα. Κατά συνέπεια, η μελέτη των προτάσεων που κατατέθηκαν το 1975 μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να φανεί εξαιρετικά επωφελής, όχι με την έννοια της αντιγραφής και μηχανικής μεταφοράς των προτάσεων που διατυπώθηκαν σε άλλη ιστορική και χρονική στιγμή. Διδάγματα μπορεί να αντληθούν και από την εμπειρία του μεσοπολέμου η οποία σημαδεύτηκε από τη διεθνή και εγχώρια οικονομική κρίση.

Σήμερα, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, πολλοί είναι εκείνοι που κάνουν λόγο για ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης και για ανάγκη μιας νέας μεταπολίτευσης. Οι απόψεις αυτές υποστηρίζουν την αναθεώρηση του Συντάγματος και την αναμόρφωση του πολιτικού και κομματικού συστήματος. Είναι παραπάνω από φανερό ότι απαιτούνται δραστικές αλλαγές. Προς ποια όμως κατεύθυνση πρέπει να γίνουν αυτές;

Σε τέτοιες ιδίως περιπτώσεις δυο δρόμοι ανοίγονται ενώπιον κάθε λαού σε ό,τι αφορά τους συνταγματικούς και πολιτικούς θεσμούς: ή θα συρρικνωθεί η δημοκρατία παραπέρα προκειμένου να ληφθούν χωρίς πολλές αντιδράσεις τα σκληρά οικονομικά μέτρα που μεταφέρουν το βάρος της κρίσης στους κοινωνικά αδύναμους ή θα διευρυνθεί και ουσιαστικοποιηθεί η δημοκρατία έτσι ώστε ο λαός να γίνει πραγματικά εκείνος που αποφασίζει για το τι είδους οικονομικές πολιτικές πρέπει να ακολουθηθούν.

Πριν όμως επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, ας εξετάσουμε συνοπτικά τη σχετική ελληνική εμπειρία του μεσοπολέμου και τις σύγχρονες εμπειρίες χωρών που πέρασαν παρόμοια κρίση πρόσφατα.

Η εμπειρία του μεσοπολέμου

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1929, που στην Ελλάδα ξέσπασε με μικρή χρονική υστέρηση, φάνηκε ότι βασικό μέλημα των ιθυνόντων, όπως σε κάθε οικονομική κρίση, αποτελεί η μη μετατροπή της σε πολιτική κρίση. Οι λειτουργίες του κράτους, οι συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί προσαρμόζονται σε αυτό το δεδομένο και σε αυτό το στόχο.

Η δυσαρέσκεια των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων οδηγεί συνήθως σε απαξίωση του πολιτικού προσωπικού και σε πολιτικές ανακατατάξεις. Οι τελευταίες, γίνεται προσπάθεια, να αφομοιωθούν ακόμη και με την εμφάνιση και εδραίωση νέων πολιτικών σχηματισμών που κινούνται όμως πάντοτε στο πλαίσιο του κυρίαρχου συστήματος αλλά και με την προσαρμογή των συνταγματικών θεσμών.

Στόχος αυτής της προσαρμογής είναι η αποσόβηση της πολιτικής και, ακόμη περισσότερο, της επαναστατικής κρίσης. Ο περιορισμός της δημοκρατίας και των δημοκρατικών ελευθεριών, η σκλήρυνση της καταστολής στοχεύουν στην κάμψη του απεργιακού κινήματος, των διαδηλώσεων, της διάδοσης ιδεών που οδηγούν στην ανάπτυξη των διεκδικήσεων του λαού και, πολύ περισσότερο, των ιδεών που αμφισβητούν το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα.

Οι επώδυνες αποφάσεις και η εφαρμογή τους που κατακρημνίζουν οποιαδήποτε κοινωνική κατάκτηση, που πλήττουν βίαια το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, δύσκολα μπορούν να γίνουν αποδεκτές αδιαμαρτύρητα. Όση προσπάθεια και να καταβάλλουν οι κρατικοί και ιδιωτικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί, η αναδιανομή του πλούτου είναι τόσο απότομη και βίαιη που καθιστά ισχυρό το ενδεχόμενο να γεννήσει αντιδράσεις. Η πάλη των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων μοιραία οξύνεται, ανεξάρτητα από το εύρος, το βάθος και την προοπτική της.

Η υπέρβαση επομένως της κρίσης και η σταθεροποίηση του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος απαιτούν λιγότερη δημοκρατία. Καθώς ραγίζει η κοινωνική συναίνεση, ο λαός δύσκολα αποδέχεται τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα. Γι’ αυτό, πρέπει να περιοριστεί ο λόγος του στη λήψη των αποφάσεων αλλά και να περιοριστούν οι δυνατότητες αντίδρασής του.

Ο Αλ. Σβώλος αναφερόμενος στις εξελίξεις του μεσοπολέμου και στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης σημείωνε ότι η αστική τάξη «υπό την πίεσιν της κρίσεως, φέρεται μοιραίως προς την ενίσχυσιν του κράτους, δια την συντήρησιν της αρχούσης τάξεως … και δια την εξουδετέρωσιν των συνεπειών του λαϊκού ελέγχου επί της ασκήσεως των τόσον εκτεταμένων, σήμερον, αρμοδιοτήτων της πολιτικής εξουσίας… Η ενίσχυσις της εκτελεστικής εξουσίας και του κράτους γενικώς εν τη συγχρόνω δημοκρατία … θα σημάνη ή ότι η πλειοψηφία θέλει να ασκή την πολιτικήν εξουσίαν, χωρίς να ενοχλήται από τα δικαιώματα της μειοψηφίας, πολιτικά ή ατομικά, ή ότι η μειοψηφία θέλει να ασκή την εξουσίαν, χωρίς να λαμβάνη υπ’ όψιν την θέλησιν ή την αντίστασιν της πλειοψηφίας»[1].

Στη λογική αυτή και με στόχευση την ανάσχεση του απεργιακού και γενικότερα του κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας που χαρακτήρισε την Ελλάδα του μεσοπολέμου, παρατηρήθηκαν τρία αλληλοσυμπληρούμενα φαινόμενα. Το πρώτο είναι οι πρακτικές παραβίασης του Συντάγματος του 1927 εκ μέρους των κυβερνήσεων με στόχο τη de factο ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την αποδυνάμωση της Βουλής και του λαϊκού ελέγχου. Το δεύτερο είναι η ψήφιση σειράς αντιδημοκρατικών νόμων που αφορούσαν τον περιορισμό έως και απαγόρευση των απεργιών (ιδίως των δημοσίων υπαλλήλων), την εκτόπιση των υπόπτων «διατάραξης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας», την ποινικοποίηση της διάδοσης επαναστατικών και εν γένει ριζοσπαστικών ιδεών (το περίφημο αντικομμουνιστικό ιδιώνυμο, ν. 4229/1929).

Το τρίτο αφορά την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος που διατυπώθηκε από τον Ελ. Βενιζέλο το 1932, τη χρονιά ακριβώς που ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα. Η πρόταση δεν ευδοκίμησε. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα υπερκεράστηκε από τις εξελίξεις. Οι απόπειρες πραξικοπημάτων του Πλαστήρα το 1932 και των βενιζελικών αξιωματικών το 1935 έδωσαν την ευκαιρία για την πραξικοπηματική κατάργηση του Συντάγματος του 1927 (που ήταν το πιο δημοκρατικό που γνώρισε μέχρι τότε η χώρα) και την επαναφορά του βασιλιά και του Συντάγματος του 1911. Και τούτο βέβαια για ελάχιστο χρόνο αφού λίγους μήνες μετά οι αντιδημοκρατικές εξελίξεις ολοκληρώθηκαν με την επιβολή της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας.

Ποια ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της πρότασης αναθεώρησης του 1932; Αυτή προέβλεπε την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό και την ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων του, δηλαδή την ενίσχυση με καισαρικού τύπου εξουσίες της εκτελεστικής λειτουργίας και μάλιστα σε ένα μόνο πρόσωπο[2]. Εννοείται ότι αυτό σήμαινε αποδυνάμωση της Βουλής. Όπως το είχε εκφράσει ο ίδιος ο Βενιζέλος, «τα κακά του κοινοβουλευτισμού απέβησαν μεγαλύτερα και καταφανέστερα… Η σημερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθεί προς τα καθήκοντά της, ευρισκομένη υπό την πλήρη εξάρτησιν της νομοθετικής εξουσίας»[3].

Στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας η πρόταση περιλάμβανε την παροχή σε αυτόν εξαιρετικά ευρείας ευχέρειας να κηρύσσει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και να επιβάλλει το στρατιωτικό νόμο αναστέλλοντας την ισχύ των συνταγματικών δικαιωμάτων. Επρόκειτο για αντιγραφή του άρθρου 48 του Γερμανικού Συντάγματος της Βαϊμάρης το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στη Γερμανία σε βάρος των λαϊκών αγώνων και συνέβαλε στην πορεία προς την κατάλυση της δημοκρατίας και την επιβολή του ναζισμού[4].

Εύκολα διαπιστώνεται σήμερα, με τη χρονική απόσταση που υπάρχει, ότι η οικονομική κρίση ξεπεράστηκε τότε σε βάρος των στοιχειωδών λαϊκών αναγκών. Οι οδυνηρές για τους πολλούς αυτές αποφάσεις δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς τον παραμερισμό του λαού και την καταστολή των όποιων αντιδράσεων. Ανάλογη ήταν η πορεία και άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Συχνά μάλιστα, όπως γνωρίζουμε, η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε, όπως και στην Ελλάδα, με την επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

Σύγχρονες εμπειρίες

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική ιδιοτυπία ούτε αφορά μόνο την περίοδο του μεσοπολέμου και την οικονομική κρίση του 1929. Αντίθετα, φαίνεται ότι ανάλογες εμπειρίες είχαν και όλες οι χώρες εκείνες που, τις τελευταίες δεκαετίες, αντιμετώπισαν οικονομικές και πολιτικές κρίσεις. Παντού όπου η οικονομική κρίση επιλύθηκε στην κατεύθυνση της αναδιανομής πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων και υπέρ της συγκέντρωσης πλούτου σε λιγότερους, σημειώθηκαν, λιγότερο ή περισσότερο, συνταγματικές και πολιτικές αλλαγές στη λογική του περιορισμού της δημοκρατίας. Κάποιες φορές, η τάση αυτή έφτασε μέχρι την πλήρη κατάργησή της.

Ένα από τα πλέον πρόσφατα και γνωστά παραδείγματα είναι εκείνο της Αργεντινής. Η οικονομική κρίση και η προσπάθεια υπέρβασής της με βάση τις κατευθύνσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου οδήγησαν στην εξαθλίωση μια ευημερούσα χώρα και ένα λαό που απολάμβανε σημαντικές κατακτήσεις ενώ, από την άλλη, εγχώρια ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκέντρωσαν αμύθητο πλούτο. Η όξυνση αυτή των κοινωνικών αντιθέσεων επέφερε τη διόγκωση των λαϊκών αντιδράσεων οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με την αστυνομική βία και τη δολοφονία δεκάδων διαδηλωτών, τον περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών και την κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα στη γειτονική Χιλή, οι πολιτικές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εφαρμόστηκαν όχι απλά μέσω της αιματηρής καταστολής διαδηλώσεων και της επιβολής κατάστασης πολιορκίας. Εκεί χρειάστηκε η ανατροπή της συνταγματικής κυβέρνησης του Σ. Αλλιέντε, η εξόντωση χιλιάδων ανθρώπων, η κατάργηση του Συντάγματος και κάθε είδους ελευθερίας. Το στόχο επέτυχε το πραξικόπημα υπό τον Α. Πινοτσέτ που καθοδηγήθηκε από τις αντιδραστικές δυνάμεις της Χιλής σε συνεργασία με τηCIA και τις πολυεθνικές των ΗΠΑ[5].

Στην περίπτωση της Χιλής τα μέτρα ήταν πιο δραστικά γιατί εκεί η κρίση ήταν πρώτιστα πολιτική. Η εκλογική νίκη το 1970 των δυνάμεων της «λαϊκής ενότητας» είχε οδηγήσει στην εθνικοποίηση του χαλκού, του βασικού πλουτοπαραγωγικού μέσου της Χιλής. Γενικότερα η κυβέρνηση προωθούσε την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος της εργατικής τάξης, των αγροτών και των μικρομεσαίων στρωμάτων. Αυτό συνιστούσε θανάσιμο κίνδυνο για το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί δραστικά.

Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν σε όλες τις ηπείρους: στην Αφρική, στην Ασία, στην Ευρώπη[6]. Πάντοτε η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης σε όφελος μιας εγχώριας και διεθνούς ολιγαρχίας συνοδεύτηκε από ένταση της καταπίεσης, κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας ή, πάντως, από εκτεταμένες παραβιάσεις του Συντάγματος και των συνταγματικών δικαιωμάτων.

Ποιο είναι το πρόβλημα της σημερινής δημοκρατίας;

Στις επιστημονικές αλλά και στις τρέχουσες συζητήσεις ολοένα και συχνότερα διαπιστώνεται η προβληματική κατάσταση της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας και αναφύεται το ερώτημα: ποιο είναι το βασικό πρόβλημα;

Η ουσία του προβλήματος συνίσταται στο γεγονός ότι η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί πλάσμα[7]. Η λαϊκή κυριαρχία που επιτάσσει το Σύνταγμα είναι στην πραγματικότητα κυριαρχία μιας οικονομικής ολιγαρχίας επί του λαού. Όπως χαρακτηριστικά εκφραζόταν ο Αλ. Σβώλος, η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί «ένα των μύθων του νεωτέρου δημοσίου βίου, απλάς προλήψεις», «πλάσματα χωρίς περιεχόμενον»[8]. Πίσω από την τυπική ισότητα και τη δημοκρατία υπάρχουν σχέσεις ανισότητας, σχέσεις εκμετάλλευσης οι οποίες φαλκιδεύουν τη δημοκρατία, την καθιστούν μορφή κυριαρχίας μιας οικονομικής ολιγαρχίας. Οι σχετικές επισημάνσεις του Αλ. Σβώλου αποκτούν επικαιρότητα: «Όχι μόνον, άλλως τε, δεν υπάρχει Λαός ως «σύνολον» ή «ενότης», αλλά τουναντίον σχηματίζονται και διακρίνονται βαθμηδόν και σαφέστερον μόνον ομάδες, τάξεις και στρώματα κοινωνικά, αντιτεταγμένα προς άλληλα, απορροφώντα εντός εαυτών τα άτομα»[9],[10].

Η ανάγκη σύγκλησης Συντακτικής Συνέλευσης

Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει[11], η λήψη κρίσιμων αποφάσεων που επηρεάζουν δραματικά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων επιτάσσει την ευρύτερη δυνατή λαϊκή συμμετοχή. Επιβάλλει πραγματική δημοκρατική συζήτηση και, μάλιστα, με όρους, όσο το δυνατό καλύτερους ώστε η συζήτηση να διεξάγεται στο έδαφος των πραγματικών δεδομένων, με ουσιαστική πληροφόρηση και κριτήριο τις ανάγκες της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού. Είναι προφανές, από την τρέχουσα εμπειρία, ότι η χώρα κινείται στον αντίποδα αυτής της λογικής. Η πληροφόρηση του λαού είναι απολύτως ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα ενώ η δημόσια συζήτηση περιορίζεται ασφυκτικά και είναι απολύτως εκβιαστική. Βάση της όποιας συζήτησης θεωρείται η αποδοχή της αφαίρεσης των λαϊκών κατακτήσεων.

Κατά συνέπεια, η οικονομική κρίση και η υπέρβασή της σε όφελος, και όχι σε βάρος των συμφερόντων, του βιοτικού επιπέδου και των κατακτήσεων της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας θέτει επί τάπητος το θεμελιώδες ερώτημα του δρόμου της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Ο λαός πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο των αποφάσεων έτσι ώστε ο ίδιος να αποφασίσει για τα μέτρα εκείνα που χρειάζεται να ληφθούν, για την κατεύθυνση της ανάπτυξης που θα επιλέξει. Αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας και των ελευθεριών και όχι το αντίθετο.

Με την έννοια αυτή, αναφύεται η ανάγκη βαθιών πολιτικών και συνταγματικών αλλαγών. Η αναγκαιότητα της Συντακτικής Συνέλευσης προβάλλει κάθε μέρα και πιο έντονα.

Πολλές φορές η ελληνική συνταγματική ιστορία βρέθηκε ενώπιον του διλήμματος: αναθεωρητική ή συντακτική Βουλή; Το ίδιο συνέβη και το 1975. Κάθε φορά επικρατούσαν οι πιο μετριοπαθείς, έως συντηρητικές, επιλογές οι οποίες απέρριπταν την ιδέα της Συντακτικής και περιόριζαν την εμβέλεια του εγχειρήματος στην αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό να μην ανοίξουν «οι ασκοί του Αιόλου» σε ριζοσπαστικές εξελίξεις.

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Οι όποιες προτάσεις και σκέψεις έχουν μέχρι σήμερα δημοσιοποιηθεί αφορούν την αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι απόψεις αυτές είτε περιορίζουν το εύρος των αλλαγών σε μη θεμελιώδη ζητήματα είτε προτείνουν μεταβολές που θα επιδεινώσουν τα σημερινά προβλήματα, όπως για παράδειγμα την άμεση εκλογή του Πρόεδρου της Δημοκρατίας[12] και τη μετατροπή του πολιτεύματος ουσιαστικά σε προεδρικό ή την ενσωμάτωση στο Σύνταγμα διάταξης που θα ορίζει ένα νεοφιλελεύθερο δημοσιονομικό πλαίσιο κατά το γερμανικό πρότυπο[13]. Αυτό επομένως που χρειάζεται είναι ριζικές αλλαγές και μάλιστα σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρισκόταν μέχρι τώρα η συνταγματική πραγματικότητα.

Η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης στη λογική που σκιαγραφήσαμε μπορεί να γίνει μόνο να συντρέξουν οι κατάλληλες κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει την αφύπνιση του λαού, την ενεργητική του παρέμβαση στις πολιτικές εξελίξεις. Η παθητική αναμονή, η λογική της ανάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων σε κόμματα και φωτισμένους ηγέτες δεν μπορεί να οδηγήσει στη σύγκληση μιας Συντακτικής Συνέλευσης που θα πραγματοποιήσει τομές.

Υπάρχουν κάποια σύγχρονα τέτοια παραδείγματα. Ανεξάρτητα από την κατάληξη των προσπαθειών αυτών και από το εύρος των αλλαγών που επέφεραν, οι Συντακτικές Συνελεύσεις στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία οδήγησαν στην υιοθέτηση νέων Συνταγμάτων, στην ενίσχυση της εθνικής ανεξαρτησίας, στην εθνικοποίηση των βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών και σε κάποια αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των πιο αδύναμων και φτωχών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων του πληθυσμού[14].

Τι είδους άμεσες αλλαγές;

Ποιες είναι όμως οι δημοκρατικές αυτές αλλαγές που μπορούν να βοηθήσουν τον ελληνικό λαό να υπερασπίσει το βιοτικό του επίπεδο και τα δικαιώματά του και να μεταβάλλει το συσχετισμό των δυνάμεων; Η συζήτηση που διεξήχθη το 1975, πολλές από τις τροπολογίες που κατατέθηκαν, προσφέρουν πολλές χρήσιμες ιδέες.

Χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, μια δέσμη αλλαγών που θα κινούνται σε τρεις κατευθύνσεις: α. αναβάθμιση της Βουλής ώστε να αποδυναμωθεί η παντοδύναμη εκτελεστική εξουσία, στη λογική της κυβερνώσας Βουλής, β. μεγιστοποίηση του ελέγχου που ασκεί ο λαός στους αντιπροσώπους του και ειδικά στη Βουλή, γ. επέκταση των λαϊκών ελευθεριών ώστε να διευρυνθεί το πεδίο της αυτόνομης λαϊκής δράσης και παρέμβασης.

Ενδεικτικά τέτοιες αλλαγές θα μπορούσαν να είναι οι παρακάτω. Ειδικότερα σε σχέση με το σημείο α:

  1. Με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις και, ιδίως, τον οικονομικό έλεγχο του ασκούν στη χώρα μας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έχει γίνει πλέον περισσότερο από αναγκαία η επαναρρύθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με τέτοιου είδους οργανισμούς. Επείγει η διεκδίκηση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας[15]. Το ζήτημα αυτό δεν είναι πρώτιστα συνταγματικό – νομικό, είναι όμως και τέτοιο. Βασικό συνταγματικό θεμέλιο αυτής της σχέσης αποτελούν ιδίως τα άρθρα 27, 28 και 80 του Συντάγματος. Η εκχώρηση κυριαρχίας θα πρέπει να αποκλείεται ρητά από το Σύνταγμα. Οι διεθνείς σχέσεις της χώρας μπορούν να αναπτυχθούν ολόπλευρα και πολύπλευρα σε ισότιμη βάση. Μπορεί επίσης να μην επιτρέπεται συνταγματικά η εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων κατά το πρότυπο του άρθρου 13 του Συντάγματος της Βενεζουέλας[16].
  2. Η επαναρρύθμιση του θεσμού της νομοθετικής εξουσιοδότησης προς την εκτελεστική εξουσία είναι σημαντική. Η συνταγματική ιστορία, ελληνική και διεθνής, παλαιότερη και πιο πρόσφατη, καταδεικνύει ότι ο θεσμός αποτελεί μορφή υφαρπαγής της εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση σε βάρος του αντιπροσωπευτικού οργάνου, ακόμη και παραβιάσεων του Συντάγματος και καταχρήσεων[17]. Άρα, οι προϋποθέσεις των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων πρέπει να γίνουν πολύ αυστηρές ενώ μερικές ακραίες μορφές όπως οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του άρθρου 44 παρ. 1 θα μπορούσαν ακόμη και να καταργηθούν.
  3. Είναι απαραίτητος ένας ουσιαστικότερος ρόλος των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών με διεύρυνση του ρόλου τους, χωρίς όμως η διεύρυνση του ρόλου αυτού να γίνει σε βάρος του νομοθετικού έργου της Ολομέλειας της Βουλής. Χρειάζεται να εξασφαλιστεί η πλήρης και ουσιαστική ενημέρωση της Βουλής από την εκάστοτε κυβέρνηση για την ασκούμενη πολιτική, ουσιαστικός και διαρκής διακομματικός κοινοβουλευτικός έλεγχος όλων των κρατικών και κυβερνητικών τομέων δραστηριότητας και υπηρεσιών. Παράλληλα, απαιτείται ο περιορισμός της ασυδοσίας της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας στον τρόπο και τις διαδικασίες συζήτησης των νομοσχεδίων (άρθρο 76 του Συντάγματος). Μπορεί, για παράδειγμα, να προβλέπεται αυξημένη πλειοψηφία για να ακολουθηθεί η διαδικασία της συζήτησης ενός νομοσχεδίου ως κατεπείγοντος ή ιδιαίτερης σημασίας ή ως επείγοντος. Η λογική που πρέπει να διέπει τις σχέσεις Βουλής και κυβέρνησης να είναι η ενίσχυση του αντιπροσωπευτικού οργάνου το οποίο πρέπει να συγκεντρώσει τις μέγιστες εξουσίες στη λογική της κυβερνώσας Βουλής.
  4. Χρειάζεται επίσης να ενισχυθεί η νομοθετική πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε να προβλέπεται η συζήτηση δύο φορές το μήνα των προτάσεων νόμων, καθώς και η δυνατότητα συζήτησής τους σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις (άρθρο 74 παρ. 6 του Συντάγματος). Απαιτείται ακόμη η κατάργηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος περιορισμών που εμποδίζουν τους βουλευτές και τα κόμματα να παίρνουν νομοθετικές πρωτοβουλίες αναφορικά με την πολιτική μισθών ή συντάξεων για το προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.
  5. Είναι περισσότερο από αναγκαία η κατάργηση της συνταγματικά κατοχυρωμένης επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση. Απαιτείται η εκλογή της να γίνεται από ευρύτερο αντιπροσωπευτικό σώμα στο οποίο να συμμετέχουν εκπρόσωποι των κομμάτων (ανάλογα με τη δύναμή τους), εκπρόσωποι των ενώσεων των δικαστών και λοιπών νομικών επαγγελμάτων αλλά και εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων[18].

Σε σχέση με το σημείο β:

  1. Επιβάλλεται η υιοθέτηση της απλής αναλογικής ως πάγιου και συνταγματικά κατοχυρωμένου εκλογικού συστήματος για κάθε είδους εκλογική διαδικασία[19]. Μόνο έτσι μπορεί να μην αλλοιώνεται η βούληση του εκλογικού σώματος. Είναι εύγλωττη η προσήλωση όλων των κυβερνήσεων[20] (ελληνικών και άλλων) και των συστημικών κομμάτων στην άρνηση της απλής αναλογικής και στην υιοθέτηση εκλογικών συστημάτων που αλλοιώνουν τη βούληση του εκλογικού σώματος[21]. Στην ίδια λογική κινείται εξάλλου και ο νέος εκλογικός νόμος που παρουσίασε η κυβέρνηση που αποτελεί παραλλαγή του γερμανικού εκλογικού συστήματος και, εκτός των άλλων, μετατρέπει μια μειοψηφία του 40,2% σε απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
  2. Θεσμοί όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, με πρωτοβουλία των πολιτών[22], το δικαίωμα των μαζικών φορέων των εργαζομένων να υποβάλλουν προτάσεις νόμων[23] μπορούν επίσης να τονώσουν το ενδιαφέρον αλλά και την αποτελεσματικότητα της λαϊκής συμμετοχής.
  3. Χρειάζεται η τροποποίηση του άρθρου 14 του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας με τρόπο που να εξασφαλίζει, όσο είναι δυνατό, την ισότιμη μεταχείριση των πολιτικών κομμάτων και των πιο διαφορετικών απόψεων και όχι μόνο στις προεκλογικές περιόδους. Η αντίληψη της αναλογικής ισότητας στην προβολή των θέσεων των κομμάτων η οποία διέπει τη σχετική νομοθεσία είναι άδικη και αντιδημοκρατική. Συμβάλλει στη διαιώνιση της κυριαρχίας των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων. Εκείνο που χρειάζεται πάνω απ’ όλα όμως είναι να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με τα ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η σύνδεση αυτή καθιστά φενάκη κάθε συζήτηση για ελεύθερη διάδοση των ιδεών, πολύπλευρη ενημέρωση και όσο το δυνατό πιο ελεύθερη διαπάλη των ιδεών και των απόψεων. Απαιτείται, αντίθετα, η θέσπιση κανόνων δημοκρατικής διαχείρισης των κρατικών μέσων ενημέρωσης και η σε ισότιμη βάση κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων να ιδρύσουν και να διαχειριστούν τα δικά τους μέσα ενημέρωσης. Σαν ένα πρώτο, άμεσο βήμα απαιτείται ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από επιτροπή που θα απαρτίζεται από εκπροσώπους των κομμάτων και, κυρίως, των συνδικαλιστικών, επιστημονικών και άλλων φορέων όπου η εκάστοτε κυβέρνηση δεν θα έχει την πλειοψηφία.
  4. Παράλληλα απαιτείται η ανάδειξη όλων των οργάνων τοπικής διοίκησης με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, η κατάργηση πρώτα απ’ όλα του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης».

Σε σχέση με το σημείο γ:

  1. Είναι αναγκαία η κατάργηση όλων εκείνων των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, πρώτιστα στους εργασιακούς χώρους. Πιο συγκεκριμένα απαιτείται η αναμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας με στόχο την κατοχύρωση πλήρους συνδικαλιστικής και πολιτικής ελευθερίας για τους εργαζόμενους.
  2. Απαιτείται η αποδέσμευση της χώρας από όλες τις συμφωνίες με τις ΗΠΑ και την ΕΕ που συνθέτουν ένα ευρύ πλέγμα κατασταλτικών μηχανισμών. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι συμφωνίες Σένγκεν, η Europol, οι συμφωνίες έκδοσης και δικαστικής συνδρομής, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, οι διάφορες αντιτρομοκρατικές συμφωνίες κλπ.
  3. Είναι αναγκαίο να υπάρξει ριζικός εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, της δημόσιας διοίκησης. Ο εκδημοκρατισμός αυτός δεν μπορεί βέβαια να μεταβάλλει τη φύση των μηχανισμών αυτών. Πρέπει ωστόσο, να κατοχυρωθούν, και συνταγματικά, πλήρεις πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες.-

Του Δημήτρη Καλτσώνη

Δημοσιεύθηκε στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ΄άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14.

Πηγή: Πολιτεία 2.0

Η Δίκη του Σωκράτη – Αναβίωση της Νέας Ηλιαίας.

diki-sokrati-prosklisi-220916

Διαβάστε & κατεβάστε την πρόσκληση ΕΔΩ

«Βόμβα» από το Ελεγκτικό: Αντισυνταγματικό το ασφαλιστικό νομοσχέδιο (το σκεπτικό της απόφασης)!

elengtiko-synedrio

Το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει νόμου καλείται να γνωμοδοτήσει για κάθε νομοσχέδιο στο οποίο περιλαμβάνονται διατάξεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου.

Κατά πληροφορίες η αρνητική εισήγηση προέρχεται από τον γενικό επίτροπο και έγινε δεκτή σχεδόν από το σύνολο των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Oι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου σημειώνουν ότι δεν τους δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος και πως λειτούργησαν κάτω από ασφυκτική χρονική πίεση προκειμένου να καταλήξουν στην επίμαχη γνωμοδότηση.

H Ολομέλεια του ΕΣ υπογραμμίζει ότι το νομοσχέδιο «εφόσον στηρίζεται στην ενιαία ασφαλιστική αντιμετώπιση προσώπων που σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν μπορούν να υπαχθούν στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό, εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας στο σύνολό του, καθόσον ανατρέπεται το νομοθετικό του θεμέλιο».

Βέβαια, η άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν είναι δεσμευτική για τη διοίκηση. Η άποψη της Ολομέλειας, ουσιαστικά, είχε προαναγγελθεί εδώ και μήνες, όταν είχε προβάλει ενστάσεις αντισυνταγματικότητας για τις τελευταίες συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις.

Υπενθυμίζεται ότι το εν λόγω νομοσχέδιο δημοσιοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα και στις αρχικές προθέσεις του υπουργείου Εργασίας ήταν να κατατεθεί σήμερα στη Βουλή προκειμένου να συζητηθεί στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας και έτσι να πάει στην Ολομέλεια προς συζήτηση – ψήφιση μετά το Πάσχα.

Το σχετικό πρακτικό του ΕΣ:
«Συνεπώς, η υπαγωγή με νόμο σε ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών με τους λοιπούς εργαζόμενους δεν συνάδει με τη θέση που το ισχύον Σύνταγμα επιφυλάσσει σ’ αυτούς, δεδομένου ότι αυτή συνιστά συνταγματικό κεκτημένο, η ανατροπή του οποίου απαιτεί αναθεώρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή θέτει ζήτημα αντίθεσης στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που απορρέει από το κράτος δικαίου, δοθέντος ότι η υπαγωγή των εργαζομένων στο σύστημα κοινωνικής ή επαγγελματικής ασφάλισης αποτελεί ουσιώδη παράγοντα που εκτιμάται κατά την επιλογή του επαγγέλματος.

Ενόψει αυτών, το υπό εξέταση σχέδιο νόμου, εφόσον στηρίζεται στην ενιαία ασφαλιστική αντιμετώπιση προσώπων που σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν μπορούν να υπαχθούν στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό, εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας στο σύνολό του, καθόσον ανατρέπεται το νομοθετικό του θεμέλιο».

Ειδικότερα, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμής διατύπωσε επί των ως άνω διατάξεων του νομοσχεδίου την γνώμη:

«Δεν συνάγεται ότι έχουν συνταχθεί και ληφθεί υπόψη αναλογιστικές μελέτες, ώστε να μπορεί να τεκμηριωθεί ότι το πλέγμα των διατάξεων αυτών και οι απονεμόμενες εφεξής παροχές, σε συνδυασμό με τα επιβαλλόμενα στους ασφαλισμένους βάρη θα λειτουργήσει μελλοντικά επ’ ωφελεία των συνταξιούχων και θα επιφέρει, έστω και μακροπρόθεσμα, μία δίκαιη εξισορρόπηση του ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος (βιωσιμότητα συνταξιοδοτικού συστήματος) με τον νυν επιχειρούμενο περιορισμό των δικαιωμάτων και των νομίμων προσδοκιών τους, ούτε και αιτιολογείται η αδυναμία θεσμοθέτησης ηπιότερων εναλλακτικών μέτρων για την κατηγορία των συνταξιούχων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος σχεδίου νόμου και να εξετασθεί η συνολική επιβάρυνσή της από τα διαδοχικώς θεσπιζόμενα σε βάρος της μέτρα (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος).

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας επικαλούμενος τη νομολογία του Ανωτάτου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου, διαπιστώνει και άλλη αντισυνταγματικότητα που είναι η υπαγωγή του συνόλου των ασφαλισμένων, ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, σε έναν μοναδικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης.

Αναλυτικότερα, αναφέρει:
«Ενόψει του διατυπούμενου κανόνα περί υπαγωγής του συνόλου των ασφαλισμένων, ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, σε έναν μοναδικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να σημειωθεί η προγενέστερη θέση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκφράστηκε με τα πρακτικά της 4ης Ειδικής Συνεδρίασης της 29ης Ιουνίου 2010, σύμφωνα με την οποία η ένταξη των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών στον κλάδο κύριας σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεν συνάδει με τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 103, 73 παρ. 2, 98 παρ. 1 περ. δ και στ, 80 παρ. 1 και 88 παρ. 2 και μεταβάλλει την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Θολός και άγνωστος είναι ο τρόπος λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), σημειώνει ο κ. Ζυμής. Ειδικότερα, αναφέρει:

«Σχετικά με τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), ο οποίος κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1.α «συστήνεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμία διάταξη του υπόψη σχεδίου δεν προσδιορίζονται άλλα ουσιώδη στοιχεία αυτού, όπως, ενδεικτικά, η νομική μορφή, ο τρόπος λειτουργίας, τα όργανα και το προσωπικό, οι αρμοδιότητες, ο βαθμός λειτουργικής και οικονομικής εξάρτησης από το Δημόσιο, ο χρόνος σύστασης και η διαχείριση εισπραττομένων εισφορών».
Εξαιρέσεις βουλευτών, νομαρχών, δημάρχων, κλπ.

Παράλληλα, στις γενικές παρατηρήσεις του ο κ. Ζυμής επί του ασφαλιστικού νομοσχεδίου, σημειώνουν ότι υπάρχουν εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα που αφορούν ορισμένες κατηγορίες, όπως είναι, μεταξύ των άλλων, βουλευτές και αιρετά όργανα των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμίδας, συνταξιούχοι Εθνικής Αντίστασης ΟΓΑ, ανασφάλιστοι Αγωνιστές Εθνικής Αντίστασης. Οι εξαιρέσεις αυτές υπάρχουν παρά το γεγονός ότι με το νομοσχέδιο «επιδιώκεται ως γενικός κανόνας η λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης»

Ως προς τις εξαιρέσεις υπογραμμίζει:
«Εισάγεται εξαίρεση, για τους παθόντες από τρομοκρατική ενέργεια ή βίαιο συμβάν, όσους δικαιούνται πολεμική σύνταξη ή σύνταξη αναπήρου οπλίτη ειρηνικής περιόδου ή σύνταξη Εθνικής Αντίστασης ΟΓΑ ή ανασφάλιστου Αγωνιστή Εθνικής Αντίστασης, λογοτέχνες – καλλιτέχνες που δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, βουλευτές και αιρετά όργανα των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμίδας, όσους λαμβάνουν προσωπικές συντάξεις καθώς και όσους δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας η οποία προήλθε εξαιτίας της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης.

Παρατηρείται ότι οι εν λόγω εξαιρέσεις εισάγονται παρά το γεγονός ότι με τις εισαγόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται ως γενικός κανόνας η λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης βάσει ενιαίων κανόνων για όλους, χωρίς διακρίσεις (άρθρο 1 παρ. 3), για το σκοπό δε αυτό γίνεται προσπάθεια ενοποίησης πλήθους διαφορετικών περιπτώσεων (είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην αιτιολογική έκθεση περί συντάξεων του ΙΚΑ, υπολογιζομένων με 930 διαφορετικούς τρόπους)».

Γενικές παρατηρήσεις
Αντισυνταγματική είναι σύμφωνα με τον κ. Ζυμή και η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του νομοσχεδίου που παρέχει εξουσιοδότηση στους συναρμόδιου υπουργούς με απόφασή τους να καθορίζουν την αύξηση των συντάξεων, κ.λπ., καθώς κατά τις επιταγές τους Συντάγματος αυτό μπορεί να γίνει μόνο νόμο.

Συγκεκριμένα ως προς αυτό αναφέρει:«Εξουσιοδοτούνται οι υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ρυθμίσουν με κοινή απόφασή τους κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων.

Επισημαίνεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω εξουσιοδοτικής διάταξης έχει ως όριο τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 2 και 80 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες οι προϋποθέσεις για την απονομή ή την αύξηση των συντάξεων πρέπει να καθορίζεται με νόμο και όχι με την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης ύστερα από νομοθετική εξουσιοδότηση (πρβλ. ΕΣ Ολομ. Πρακτικά της 5ης Ειδικής Συνεδρίασης της 30ης Ιουνίου 2010)».

Πρόβλημα αντισυνταγματιότητας ως τις εξαιρέσεις ασφαλισμένων από την κατώτερη σύνταξη των 384 ευρώ διαπιστώνει, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Σχετικά με την εξαίρεση ασφαλισμένων από τις διατάξεις περί κατώτατης σύνταξης, η εν λόγω διάταξη (παρ. 6) ενδέχεται να εγείρει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος».

Το νομοσχέδιο ως προς τις εξαιρέσεις προβλέπει:
«Το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται αναλογικά στις περιπτώσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η μείωση της εθνικής σύνταξης προκειμένου για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, ανέρχεται σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης.

Σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων χορηγείται μία εθνική σύνταξη. Στην περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου μιας πλήρους σε ποσό και μιας μειωμένης κύριας σύνταξης, το ποσό της χορηγούμενης εθνικής σύνταξης είναι πλήρες. Σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου δύο μειωμένων κύριων συντάξεων, καταβάλλεται το ποσοστό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε καθεμία απ’ αυτές, εφόσον το άθροισμά τους είναι μικρότερο ή ίσο με το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης».

Αντισυνταγματική και αντίθετη στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) είναι και η διάταξη που αναφέρεται στις περικοπές των συντάξεων των απασχολουμένων συνταξιούχων. Αναλυτικότερα, αναφέρει ο κ. Ζυμής:

«Στο πεδίο εφαρμογής της γενικής αυτής ρύθμισης εμπίπτουν οι περιπτώσεις ανάληψης από τους συνταξιούχους, λόγω γήρατος, του Δημοσίου καθώς και φορέων, κλάδων ή λογαριασμών εντασσομένων στον ΕΦΚΑ, εργασίας ή δραστηριότητας ή απόκτησης ιδιότητας υποχρεωτικώς υπακτέας στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, προβλέπεται δε ως έννομη συνέπεια η περικοπή της ακαθάριστης κύριας και επικουρικής σύνταξής τους σε ποσοστό 60% για όσο διάστημα διατηρούν την εργασία, ιδιότητα ή δραστηριότητα αυτή, για το οποίο διάστημα και καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές.

Η ως άνω περικοπή σε ποσοστό 60% προβλέπεται επί του συνολικού ποσού των συντάξεων και χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση αναλόγως της ηλικίας των συνταξιούχων, της τυχόν ύπαρξης τέκνων ανήλικων ή φοιτητών ή του ύψους των εισπραττόμενων αποδοχών από την αναληφθείσα εργασία. Επισημαίνεται ότι με τα πρακτικά της 4ης Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας της 29.6.2010 είχε διατυπωθεί η παρατήρηση ότι η τυχόν ολοσχερής περικοπή της σύνταξης εκείνων των συνταξιούχων του Δημοσίου που απασχολούνται (εργάζονται εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα) είναι αντίθετη προς το άρθρο 5 του Συντάγματος και προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ».

Ως προς τους συνταξιούχους που απασχολούνται σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης αναφέρει ο κ. Ζυμή:

«Η ρύθμιση αυτή αφορά ειδικώς στις περιπτώσεις ανάληψης από τους συνταξιούχους εργασίας ή δραστηριότητας σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, για τις οποίες περιπτώσεις προβλέπεται η αναστολή καταβολής της σύνταξης, δηλαδή δυσμενέστερη έννομη συνέπεια σε σχέση με εκείνη της προηγούμενης παρ. 1. Επισημαίνεται ότι οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, πέραν εκείνων της Κεντρικής Διοίκησης, προσδιορίζονται βάσει του Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ».

Ακόμη, επισημαίνει ότι για τον περιορισμό της σύνταξης του επιζώντος συζύγου τίθενται τυχαία και αυθαίρετα κριτήρια και θα ήταν δόκιμο όπως η υπό θεσμοθέτηση διάταξη αυτή επαναδιατυπωθεί: 1) με σταθερά κριτήρια, όπως διάρκεια γάμου και ηλικία επιζώντος συζύγου και 2) με σύγχρονο επαναπροσδιορισμό των ποσοστών μείωσης, προς αποφυγήν συνταγματικών και ερμηνευτικών ζητημάτων.

Η πλειοψηφία της Ολομέλειας του ΕΣ έκρινε, μεταξύ των άλλων επι των άρθρων του νομοσχεδίου:

Επί του άρθρου 2
Η παράγραφος 5 ενέχει αοριστία και αντίφαση, καθόσον αν και καταργείται η κρατική χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το κράτος φέρεται να διατηρεί πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών. Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης διακοπή της δυνατότητας της κρατικής χρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης θέτει ζήτημα συμβατότητας προς το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 2286/2015).

Επί του άρθρου 4
Α) Όσον αφορά στην παράγραφο 1α

α) Αναφέρεται απλώς ότι συστήνεται ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) χωρίς να περιλαμβάνεται, στο τμήμα που έχει εισαχθεί για γνωμοδότηση, ρητή διάταξη περί της σύστασής του και της νομικής μορφής του. Κατά το μέρος αυτό το υπό έλεγχο σχέδιο νόμου ενέχει αοριστία.

β) Σε κάθε περίπτωση υπαγωγή των τακτικών υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου για κύρια σύνταξη στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του εν λόγω ΕΦΚΑ συνάδει με τα άρθρα 73 παρ. 2, 80 παρ. 1 και 98 παρ. 1 περ. δ και στ του Συντάγματος, εφόσον δεν μεταβάλλει την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των διαφορών των σχετικών με την απονομή συντάξεων.

Β) Όσον αφορά στην παράγραφο 2γ
Η διάταξη της παραγράφου 2γ πρέπει να αναδιατυπωθεί καθόσον μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ΕΦΚΑ, ακόμα και αν αυτή λάβει χώρα στις 1.1.2017, θα έχουν συνταξιοδοτηθεί υπάλληλοι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου για τους οποίους δεν προβλέπεται ανώτατο όριο.

Γ) Όσον αφορά στην παράγραφο 3
Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας και συγκεκριμένα των Αντιπροέδρων Φλωρεντίας Καλδή, Ιωάννη Σαρμά, Χρυσούλας Καραμαδούκη, Μαρίας Βλαχάκη, Άννας Λιγωμένου, Γεωργίας Μαραγκού και Αγγελικής Μαυρουδή και των Συμβούλων Γεωργίου Βοΐλη, Βασιλικής Ανδρεοπούλου, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ασημίνας Σαντοριναίου, Κωνσταντίνας Ζώη, Δέσποινας Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελικής Μυλωνά, Χριστίνας Ρασσιά, Θεολογίας Γναρδέλλη, Βιργινίας Σκεύη, Κωνσταντίνου Εφεντάκη, Βασιλικής Σοφιανού, Αγγελικής Πανουτσακοπούλου, Δέσποινας Τζούμα, Κωνσταντίνου Παραθύρα, Ασημίνας Σακελλαρίου, Αργυρώς Μαυρομμάτη, Ευαγγελίας Σεραφή και Ειρήνη Κατσικέρη, δεν αιτιολογείται επαρκώς η εξαίρεση των προσώπων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο από την υπαγωγή τους στο νέο ΕΦΚΑ, ενόψει μάλιστα και των όσων αορίστως καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση της συγκεκριμένης διάταξης, σύμφωνα με την οποία η «εκ των πραγμάτων υπαγωγή τους στον ΕΦΚΑ θα δημιουργήσει επί του παρόντος μείζονα διαχειριστικά προβλήματα», ενώ «η υπαγωγή στον προαναφερόμενο φορέα και των προσώπων αυτών θα εξεταστεί σε δεύτερη φάση και αφού εξασφαλισθεί η ομαλή ένταξή τους στο φορέα αυτό».

Κατά τη γνώμη όμως της εισηγήτριας με την οποία συντάχθηκαν και η Πρόεδρος Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, οι Σύμβουλοι Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Κωνσταντίνος Κρέπης, η εξαίρεση των αναφερόμενων στο άρθρο 4 παρ. 3 προσώπων από την υπαγωγή τους στον ΕΦΚΑ είναι απολύτως δικαιολογημένη, καθόσον η απονομή σ’ αυτούς σύνταξης δεν συναρτάται κατά κανένα τρόπο με παροχή υπηρεσίας ή χρόνο ασφάλισης, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο κανονισμός σ’ αυτούς σύνταξης βάσει των διατάξεων του παρόντος νομοσχεδίου.

Περαιτέρω κατά τη γνώμη της εισηγήτριας με την οποία συντάχθηκαν και οι Σύμβουλοι Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Κωνσταντίνος Κρέπης, με τη μη πρόβλεψη ανωτάτου ορίου καταβολής σύνταξης για τους συνταξιούχους των ανωτέρω κατηγοριών τίθεται ζήτημα παράβασης της αρχής της ισότητας για τους λοιπούς συνταξιούχους του Δημοσίου οι οποίοι πλέον υπάγονται στον ΕΦΚΑ και η σύνταξή τους υπόκειται σε ανώτατο όριο, το οποίο αποτελεί ενιαία και γενική ρύθμιση για όλους. Αντίθετα για τους υπαγόμενους στην παρ. 3 η σύνταξή τους εξακολουθεί να καταβάλλεται χωρίς περιορισμό ανωτάτου ορίου.

Δ) Όσον αφορά στην παράγραφο 4

Η ρύθμιση κρίνεται συμβατή με τα άρθρα 73 παρ. 2 και 80 του Συντάγματος, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι στην κατ’ εξουσιοδότηση κοινή υπουργική απόφαση δεν θα περιέχονται ρυθμίσεις σχετικά με απονομή ή αύξηση συντάξεων, καθόσον τα ανωτέρω ζητήματα καθορίζονται υποχρεωτικά με νόμο και όχι με την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης ύστερα από νομοθετική εξουσιοδότηση.

Επί του άρθρου 6
Α) Όσον αφορά στην παράγραφο 1

α) Η διάταξη της παρ. 1 πρέπει να αναδιατυπωθεί ώστε να καταστεί σαφές αν το όριο του άρθρου 13 θα εφαρμοστεί κατά τον κανονισμό ή την καταβολή της σύνταξης. Σε κάθε περίπτωση ο κανονισμός ή η καταβολή μειωμένης σύνταξης στα πρόσωπα που θα συνταξιοδοτηθούν υπό το καθεστώς του π.δ. 169/2007 για το πριν από την ισχύ του νόμου χρονικό διάστημα θέτει ζήτημα προσβολής της προστατευόμενης, από το άρθρο 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περιουσίας καθόσον αυτοί είχαν γεγενημένη αξίωση για την καταβολή της σύνταξής τους σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά το χρόνο επαγωγής του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους, δηλαδή κατά το χρόνο συμπλήρωσης του προβλεπόμενου χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία.

β) Ζήτημα προσβολής της περιουσίας τίθεται και στην παράγραφο 1β για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης, λαμβανομένου υπόψη ότι το όριο ηλικίας δεν συνιστά προϋπόθεση για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (ΕΣ ΙΙ Τμ. 5314/2015). Με την υπαγωγή τους στο καθεστώς του παρόντος νομοσχεδίου τα πρόσωπα αυτά στερούνται της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14 και της εκεί προβλεπόμενης προσωπικής διαφοράς.

Κατά τη γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Φλωρεντίας Καλδή, Ιωάννη Σαρμά, Χρυσούλας Καραμαδούκη και Μαρίας Βλαχάκη και των Συμβούλων Μαρίας Αθανασοπούλου, Βιργινίας Σκεύη και Δημητρίου Τσακανίκα, η σχετική ρύθμιση ενέχει αοριστία και χρήζει διευκρινίσεων, καθόσον δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιά πρόσωπα καταλαμβάνονται από τη διάταξη αυτή, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι γίνεται αναφορά στις «προϋποθέσεις άμεσης καταβολής της σύνταξής τους», και όχι στη συμπλήρωση του κατά περίπτωση απαιτούμενου νομίμου ορίου ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

γ) Από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1γ πρέπει να διαγραφεί η φράση «έχουν αποχωρήσει» δεδομένου ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε όσους αποχωρούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νομοσχεδίου. Σε αντίθετη περίπτωση εάν η διάταξη περιλαμβάνει όσους ήδη αποχώρησαν από την υπηρεσία μέσα στο 2016 πριν από την ισχύ του νόμου, τίθεται, ζήτημα προσβολής της περιουσίας τους, καθόσον γι’ αυτούς πρέπει να ισχύσουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 13 και 14 του σχεδίου νόμου και όχι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου αυτού οι οποίες αποσκοπούν στην ομαλή μετάβαση όσων συνταξιοδοτούνται μέσα στο έτος 2016 στο νέο καθεστώς.

δ) Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1δ είναι εσφαλμένο καθόσον δεν υφίσταται παρ. 2 α στο παρόν σχέδιο νόμου.

ε) Η παράγραφος 1 ε δεν έχει συνταξιοδοτικό περιεχόμενο.

Β) Στην παράγραφο 2 πρέπει να διευκρινιστούν οι έννοιες «ίδια αιτία»και «διαφορετική αιτία».

α) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη, η διαφοροποίηση με τις διατάξεις του άρθρου αυτού των συνταξιούχων ως προς το ύψος της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση το τυχαίο γεγονός του χρόνου εξόδου τους από την υπηρεσία και η εξ αυτού και μόνον διαφοροποίησή τους και η δημιουργία δύο κατηγοριών συνταξιούχων (πριν και μετά το νόμο) ήτοι παλαιών και νέων συνταξιούχων, που με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας, τον ίδιο βαθμό και μισθό ενεργείας να λαμβάνουν διαφορετικές συντάξεις, η διαφορά των οποίων μπορεί να φθάνει και στο 35%, αντίκειται στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που επιβάλλουν την ίση μεταχείριση των ομοίων και την αναλογική συνεισφορά στα δημοσιονομικά βάρη, αρχές που παραβιάζονται σαφώς με τις επίμαχες ρυθμίσεις που στηρίζουν την ως άνω διαφοροποίηση στο τυχαίο γεγονός του χρόνου εξόδου των υπαλλήλων και εν συνεχεία συνταξιούχων από την υπηρεσία.

β) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Σταματίου Πουλή, οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3, πέραν του ότι δεν προστατεύουν όσους έχουν ήδη θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα και απλώς συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, αντιστρατεύονται στους σκοπούς και επιδιώξεις του ασφαλιστικού συστήματος. Τούτο διότι δια της διαφορετικής μεταχειρίσεως είτε όσων αποχωρούν πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, είτε εντός του 2016 ή μεταγενεστέρως, δημιουργούν ισχυρά κίνητρα αποχώρησης των υπαλλήλων, που έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα προκειμένου να προλάβουν να υπαχθούν στις ευνοϊκότερες διατάξεις του ήδη ισχύοντος συστήματος.

Επί του άρθρου 7
Α) Στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο χρήζει της εξής αναδιατυπώσεως: «Η μόνιμη διαμονή για τους πολίτες χωρών εκτός Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης αποδεικνύεται με τη διαδικασία που προβλέπεται για τη χορήγηση άδειας διαμονής στους πολίτες τρίτων χωρών».

Β) Όσον αφορά στην παράγραφο 4.

α) Η αναφορά στην παρ. 4 εδ. 2 στο άρθρο 3 παρ. 1α, είναι εσφαλμένη ενόψει του ότι το άρθρο 3 αναφέρεται στο Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας.

β) Η πρόβλεψη στην ίδια παράγραφο 4 καταβολής του πλήρους ποσού της εθνικής σύνταξης μόνο για τους συνταξιούχους με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω κρίνεται αδικαιολόγητη, ενόψει και του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθόσον και η αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω συνιστά ήδη μια ιδιαίτερα σοβαρή κατάσταση και είναι ανάλογη ολικής ανικανότητας.

Επί του άρθρου 8
Στην παράγραφο 4

α) Η φράση «προσαρτάται στο τέλος της παραγράφου αυτής» πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «προσαρτάται στην παράγραφο αυτή».

β) Η επιλογή των προβλεπόμενων ποσοστών αναπλήρωσης δεν τεκμηριώνεται με βάση ειδικές αναλογιστικές μελέτες, καθόσον πρέπει να προκύπτει η ύπαρξη μιας δίκαιης αναλογίας μεταξύ μισθού ενεργείας και ύψους της σύνταξης.

Κατά τη γνώμη όμως της εισηγήτριας, ενόψει της πλήρους αποσύνδεσης αποδοχών ενεργείας και σύνταξης και προσδιορισμού του ύψους της σύνταξης μόνο σε συνάρτηση εισφορών και χρόνου ασφάλισης, η μη ύπαρξη πλέον απόλυτα δίκαιης αναλογίας μεταξύ αποδοχών ενεργείας και σύνταξης δεν δημιουργεί αντίθεση σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.

Δ) Στην παρ. 6 η αναφορά στην περ. α της παρ. 2 του άρθρου 6 είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τέτοια περίπτωση. Σημειώνεται επίσης ότι με την υπαγωγή των προσώπων αυτών, τα οποία είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης βάσει του π.δ. 169/2007, στις ρυθμίσεις του παρόντος νομοσχεδίου τίθεται ζήτημα προσβολής της περιουσίας τους και λόγω μη εφαρμογής σ’ αυτά των διατάξεων του άρθρου 55 παρ. 5 του π.δ. 169/2007.

Επί του άρθρου 10
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, με τις οποίες ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής του επιδόματος τέκνων και οικογενειακής παροχής σε όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν με βάση τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου καθώς και σε όσους από τα πρόσωπα της παρ. 1α του άρθρου 4 αποχωρούν από την υπηρεσία τους και υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νομοσχεδίου, κρίνονται δικαιολογημένες, καθόσον θεσπίζονται προς εναρμόνιση με τα ισχύοντα στο άρθρο πρώτο, παράγραφος ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ2 του ν. 4093/2012 και στο άρθρο 40 του ν. 4141/2013. Επισημαίνεται, όμως, ότι στην παρ. 2 δεν ορίζεται το νομοθετικό καθεστώς που θα διέπει τον τρόπο καταβολής της οικογενειακής παροχής (συζύγου και τέκνων) σε όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του νομοσχεδίου αυτού, και επιβάλλεται, για την αποφυγή ερμηνευτικών προβλημάτων, να οριστεί.

Επί του άρθρου 11
Η διάταξη της παρ. 1, ενόψει των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνεται δικαιολογημένη επισημαίνοντας ότι πρέπει να απαλειφθεί η διάταξη του τελευταίου εδαφίου, ενώ η διάταξη της παρ. 2 δεν έχει συνταξιοδοτικό περιεχόμενο και εκφεύγει της κατά το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί του άρθρου 12
Οι διατάξεις του άρθρου 12, πλην της παρ. 6 η οποία δεν έχει συνταξιοδοτικό περιεχόμενο, κρίνονται δικαιολογημένες με εξαίρεση τα κάτωθι αναφερόμενα :

1) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, όπως έχει διατυπωθεί, περιορίζει το εύρος των ρυθμίσεων του ανωτέρω άρθρου μόνο στους δικαιούχους που αντλούν δικαίωμα σύνταξης λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου του Δημοσίου και έρχεται σε αντίθεση με όσα διαλαμβάνονται στην αιτιολογική έκθεση αναφορικά με το σκοπό της διάταξης να εισαχθούν ενιαίοι κανόνες ως προς το θέμα αυτό για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού φορέα προέλευσης.

2) Η διάταξη της παρ. 1Α χρήζει επαναδιατύπωσης, με τη θέσπιση συναφών και πρόσφορων κριτηρίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος στον επιζώντα σύζυγο λόγω θανάτου του συνταξιούχου ή ασφαλισμένου συζύγου του, δεδομένου ότι υπό τις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μόνο το ηλικιακό κριτήριο δεν φαίνεται να συνάδει με το αντικείμενο της εξεταζόμενης ρύθμισης.

3) Η διάταξη της παρ. 1Β χρήζει συμπλήρωσης αφενός με την προσθήκη σε αυτήν του κριτηρίου της αγαμίας για τα τέκνα του θανόντος συνταξιούχου ή ασφαλισμένου που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, αφετέρου με τον καθορισμό του ελάχιστου ποσοστού ανικανότητας, άνω των οποίου θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης.

4) Επιβάλλεται η αντικατάσταση στην παρ. 2 περ. α΄ της φράσης «εργατικό ατύχημα» και «ατύχημα εκτός εργασίας», καθώς δεν προσιδιάζουν με τις διατάξεις που διέπουν το υπηρεσιακό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων και όσων εξομοιώνονται με αυτούς.

5) Στην παρ. 3 προτείνεται η αντικατάσταση της λέξης «καταργείται» με τη φράση «παύει να υφίσταται»

6) Οι διατάξεις της παρ. 4Α περ. α΄ περιλαμβάνουν ρυθμίσεις ομοίου περιεχομένου με εκείνες του άρθρου 2 παρ. 5 στοιχ. γ΄ του ν. 4002/2011 και κατά το μέρος που με αυτές τίθενται περιορισμοί (μειώσεις) στο ποσό της σύνταξης που χορηγείται λόγω θανάτου στον επιζώντα σύζυγο, συνδεόμενοι με τη διαφορά ηλικίας των συζύγων, ενδέχεται να εγείρουν ζήτημα αντίθεσής τους με τα άρθρα 21 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας και 4 παρ. 1 του Συντάγματος περί ισότητας (βλ. και Πρακτικά Ολ. Ελ. Συν. 1ης Ειδ. Συν./14.7.2011).

7) Περαιτέρω, τα προβλεπόμενα στις παρ. 4Α περ. α΄ και γ΄ και 5 περ. β΄ ποσοστά σύνταξης, που δικαιούται ο επιζών σύζυγος ή τα τέκνα του θανόντος συνταξιούχου ή ασφαλισμένου (50% και 25% αντίστοιχα ή 25% και 50% για ορφανό τέκνο και από τους δύο γονείς αναλόγως αν δικαιούται σύνταξης από τον ένα ή και τους δύο γονείς), επιφέρουν υπέρμετρη μείωση στη σύνταξη των προσώπων αυτών σε σχέση με το ποσό της σύνταξης που δικαιούνται κατ’ εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων στο π.δ. 169/2007. Τούτο δε, ενόψει και της προβλεπόμενης στην παρ. 4Γ εδ. β΄ του νομοσχεδίου απαγόρευσης προσαύξησης των ποσοστών αυτών, όταν δεν υφίσταται άλλο συνδικαιούχο πρόσωπο που συμμετέχει στη μεταβιβασθείσα σύνταξη ή όταν παύει να υφίσταται το δικαίωμα ορισμένων εκ των συνδικαιούχων της ανωτέρω σύνταξης, ενδέχεται να εγείρει σοβαρό ζήτημα παραβίασης της κατοχυρωμένης στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστασίας της οικογένειας και του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου.

7) Η διάταξη της παρ. 4Γ εδ. α΄ χρήζει συνολικής αναδιατύπωσης ενόψει των διαλαμβανομένων στην προηγούμενη υπ’ αριθμ. 6 παρατήρηση.

Επί του άρθρου 13
1) Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού φέρονται, κατά την αιτιολογική έκθεση, να αποσκοπούν στην οικονομική εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος και την άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων εντός του συστήματος αυτού ούτως ώστε να αποφεύγεται η περαιτέρω επιβάρυνση των δικαιούχων χαμηλών συντάξεων και να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Ελλείψει, όμως, ειδικής αναλογιστικής μελέτης, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα και η προσφορότητα του περιορισμού που εισάγεται με τις εν λόγω ρυθμίσεις. Πολύ περισσότερο που πρόκειται κατ’ ουσίαν για οριζόντια περικοπή συντάξεων άνω ορισμένου ποσού χωρίς την συνεκτίμηση άλλων κριτηρίων όπως λ.χ. η διάρκεια του εργασιακού βίου.

2) Ανεξαρτήτως δε της ανωτέρω θέσης, η έννοια της «ατομικής» μηνιαίας σύνταξης, που αναφέρεται στη διάταξη του εδ. α΄ της παρ. 1, δεν προσδιορίζεται στις διατάξεις του νομοσχεδίου ούτε στην αιτιολογική έκθεση. Ως εκ τούτου προτείνεται, για την αποφυγή παρερμηνειών, η διαγραφή στη διάταξη του εδ. α΄ της παρ. 1, της λέξης «ατομικής», διατηρουμένης κατά τα λοιπά ως έχει της ως άνω διάταξης. Ομοίως, στην παρ. 2, επιβάλλεται να διευκρινιστεί αφενός αν η έννοια «του καθαρού ποσού των συντάξεων», που λαμβάνουν τα ανωτέρω πρόσωπα, ταυτίζεται με το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης, το οποίο, σύμφωνα με το β΄ εδάφιο της παρ. 1, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του προβλεπόμενου στην διάταξη αυτή ανωτάτου ορίου, αφετέρου αν το θεσπιζόμενο στην ως άνω παρ. 2 ανώτατο όριο καταβολής σύνταξης θα εξακολουθεί να ισχύει και μετά την 31.12.2018.

Επί των άρθρων 17, 18 και 19
Οι ρυθμίσεις των ως άνω άρθρων, ενόψει της διατύπωσής τους κατά τρόπο που προσιδιάζει σε ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο γνωμοδότησης.

Ειδικώς ως προς τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 19, η οποία προβλέπει ότι η επίλυση αμφισβητήσεων που αφορούν συντάξεις υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικών εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επισημαίνεται ότι, ενόψει της συνταγματικής κατοχύρωσης της σχετικής αρμοδιότητας του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 98 παρ. 1 περ. στ΄ Συντ.), η θέσπισή της είναι περιττή. Σε κάθε περίπτωση, δοθέντος ότι συνιστά αυτοτελή ρύθμιση, θα έπρεπε να ενταχθεί σε ιδιαίτερο άρθρο του παρόντος νομοσχεδίου.

Επί του άρθρου 20
Η ρύθμιση της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, σύμφωνα με την οποία στους συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι απασχολούνται εκτός των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, οι ακαθάριστες συντάξεις, κύριες και επικουρικές, καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60%, ενδέχεται να εγείρει ζήτημα συμβατότητας με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Κατά την ειδικότερη παρατήρηση του Συμβούλου Σταματίου Πουλή, οι κυρώσεις που θεσπίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, με τις οποίες προβλέπεται ο καταλογισμός του συνταξιούχου απλώς με το ποσό «που έπρεπε να του παρακρατηθεί» δεν λειτουργεί αποτρεπτικά στο να δηλώνεται από τον συνταξιούχο η τυχόν ανάληψη δεύτερης εργασίας.

Επισημαίνεται ότι στην παρ. 7 η φράση «του προηγούμενου εδαφίου» πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «της προηγούμενης παραγράφου».
Επί του άρθρου 21

Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού η φράση «των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 6» χρήζει αναδιατύπωσης ως εξής: «των προσώπων της παρ. 1α του άρθρου 4».

Οι διατάξεις των δεύτερου και τρίτου εδαφίων του άρθρου αυτού, πέραν του ότι παρέχουν όλως γενική και αόριστη νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και, ως εκ τούτου, τίθεται ζήτημα συμβατότητας αυτών με το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, στερούνται αντικειμένου, καθόσον, ενόψει του περιεχομένου της παρεχόμενης με αυτές εξουσιοδότησης, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής σε ασφαλισμένους του Δημοσίου.

Πηγή: lykavitos.gr

Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας: Εθνοσυνέλευση για Νέο Σύνταγμα με συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών;

Ερώτημα του Γενικού Συντονιστή του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας (ΕΚΑΔ) Γιώργου Λ. Κόκκα στον Γιώργο Κοντογιώργη στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του με τίτλο «Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά» στο βιβλιοπωλείο Ιανός.

Down
pause
Up

 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.